Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
ΑΦΕΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΛΘΕΙΝ ΠΡΟΣ ΜΕ

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Ἡ συνέπεια στή Χριστιανική ζωή, Ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



2ηὉμιλία στίς 15-7-2017 (Κατήχηση σέ κορίτσια)

Θά θυμάστε τόν Ἀβραάμ, πού εἴχαμε πεῖ ὄτι εἶναι ὁ γενάρχης τῶν Ἑβραίων, τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο λαό προῆλθε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός κατά σάρκα, ἀπό τήν Ἁγία Θεοτόκο πού ἦταν Ἑβραία;
Ὁ Ἀβραάμ ξεκίνησε ἀπό τήν Μεσοποταμία καί κατ’ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού τοῦ εἶπε «φύγε, ἀπ’ τήν πατρίδα σου καί πήγαινε στόν τόπο πού θά σοῦ πῶ ἐγώ»1, μετακινήθηκε καί πῆγε στήν περιοχή τῆς Παλαιστίνης, ἐκεῖ πού εἶναι τό σημερινό Ἰσραήλ. Ἐκεῖ, λοιπόν, ἐμφανίστηκε ὁ Θεός πάλι στόν Ἀβραάμ σέ ὅραμα καί τοῦ εἶπε «Ἀβραάμ, θά σέ προστατέψω καί ἡ ἀνταμοιβή σου θά εἶναι πολύ μεγάλη. Κοίτα τά ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ πού δέν μπορεῖ κανείς νά τά μετρήσει. Ἔτσι ἀναρίθμητοι θά εἶναι καί οἱ ἀπόγονοί σου. Νά ξέρεις ὅτι θά πᾶνε νά κατοικήσουν σέ ξένη χώρα καί θά ζήσουν ὑποδουλωμένοι γιά τετρακόσια χρόνια». Ἐννοεῖ τήν Αἴγυπτο. Ἐκεῖ οἱ Ἑβραῖοι ἔμειναν τετρακόσια χρόνια ὑποδουλωμένοι. «Ἑγώ, ὅμως, θά τιμωρήσω τόν λαό πού θά τούς ὑποδουλώσει καί θά τούς ἐλευθερώσω». Καί θυμάστε πώς ὁ Φαραώ τιμωρήθηκε.Οἱ Ἑβραῖοι πέρασαν θαυματουργικά τήν Ἐρυθρά θάλασσα, τούς κυνήγησαν οἱ Αἰγύπτιοι, μπῆκαν κι αὐτοί μέσα στήν θάλασσα, ἀλλά μετά ἔκλεισε ἡ θάλασσα καί τούς ἔπνιξε.
Ὅταν ὁ Ἀβραάμ ἦταν 99 χρόνων, ὁ Θεός πάλι τοῦ εἶπε «νά ζεῖς σύμφωνα μέ τό θέλημά Μου καί Ἐγώ θά σοῦ δώσω πολλούς ἀπογόνους. Αὐτή εἶναι ἡ διαθήκη πού κάνω μαζί σου». Μέχρι τότε δέν τοῦ εἶχε δώσει παιδί. Δέν εἶχε παιδί μέ τήν Σάρρα τήν γυναίκα του.
«Δέν θά ὀνομάζεσαι, ὅπως πρῶτα, Ἄβραμ»2. Τό πρῶτο του ὄνομα δέν ἦταν Ἀβραάμ, ὅπως τό ξέρουμε σήμερα, ἦταν Ἄβραμ. «Ἀλλά ἀπό ἐδῶ καί ἐμπρός θά λέγεσαι Ἀβραάμ». Ὁ Θεός τοῦ ἄλλαξε τό ὄνομα. Ἀβραάμ θά πεῖ πατέρας πλήθους ἐθνῶν, πλήθους λαῶν, πολλῶν δηλαδή.
«Ἡ γυναίκα σου ἡ Σάρα δέν θά ὀνομάζεται Σάρα (μέ ἕνα ρ) ἀλλά Σάρρα. Θά τήν εὐλογήσω νά σοῦ γεννήσει γιό καί ἀπό αὐτή θά προέλθουν λαοί καί βασιλιάδες λαῶν». Ὁ Ἀβραάμ τότε ἀναρωτήθηκε, πῶς εἶναι δυνατόν ἐκεῖνος 99 χρόνων καί ἡ Σάρρα 90 νά ἀποκτήσουν παιδί; Καί ὁ Θεός τοῦ εἶπε ὄτι ἡ Σάρρα θά τοῦ γεννοῦσε γιό καί θά τόν ὀνόμαζε Ἰσαάκ. Ὁ Ἀβραάμ τό πίστεψε. Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό τόν ὀνομάζουμε καί Πατέρα τῆς πίστεως. Γι’ αὐτό προσπαθοῦμε καί νά τόν μιμηθοῦμε. Καί φαίνεται ὄτι ἦταν ἄνθρωπος τῆς πίστεως, ὄχι γιατί ἁπλῶς πίστευε ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἀλλά διότι ἔκανε αὐτά πού τοῦ ἔλεγε ὁ Θεός. Δέν ὀλιγοπιστοῦσε στίς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ καί ὅπως θά δοῦμε, ὅταν τοῦ ζήτησε ὁ Θεός νά κάνει κάτι, ὁ Ἀβραάμ ὑπάκουσε.
Ἕνα μεσημέρι, πού καθόταν ὁ Ἀβραάμ στό ἄνοιγμα τῆς σκηνῆς του, τοῦ παρουσιάστηκε ὁ Κύριος. Ὁ Ἀβραάμ σήκωσε τά μάτια καί εἶδε τρεῖς ἄνδρες νά στέκονται ἀπέναντί του. Τότε πῆγε νά τούς προϋπαντήσει. Τρεῖς ἄγγελοι οἱ ὁποῖοι φαινόντουσαν σάν ἄνδρες. Ὁ Κύριος στό κέντρο καί δύο ἄγγελοι δεξιά καί ἀριστερά. Ὁ Κύριος, δηλαδή ὁ Χριστός, πού στήν Παλαιά Διαθήκη δέν ἔχει ἀκόμα σῶμα, ἀλλά εἶναι πάλι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Καί λέει ὁ Ἀβραάμ «Κύριε, δεῖξε μου τήν εὔνοιά Σου καί μή μέ προσπεράσεις»3. Κάτσε δηλαδή νά σέ φιλοξενήσω, μήν πᾶς πιό πέρα. Θά φέρω νερό νά σᾶς πλύνω τά πόδια καί, ἀφοῦ δροσιστεῖτε κάτω ἀπό τό δέντρο καί φᾶτε ψωμί, τότε φεύγετε.
Ἀγαποῦσε πολύ ὁ Ἀβραάμ τόν Θεό καί ἐπειδή ἀγαποῦσε τόν Θεό, ἀγαποῦσε πολύ καί τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ἀγαπάει τόν Θεό, ἀγαπάει καί ὅλους αὐτούς πού ἔχει κάνει ὁ Θεός, πού ἔχει πλάσει καί μάλιστα ὄχι μόνο τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί τά ζῶα καί ὅλη τήν κτίση.
Ζήτησε μάλιστα ὁ Ἀβραάμ νά σφάξουν τό καλύτερο μοσχάρι του καί ἀπό τήν Σάρρα ζήτησε νά ἑτοιμάσει πίτες καί νά φέρει βούτυρο καί γάλα, γιά νά φιλέψουν τούς ξένους. Τούς ἔφερε τό γεῦμα καί κάθισε μαζί τους κάτω ἀπό τό δένδρο. Τότε ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἀβραάμ «Ποῦ εἶναι ἡ γυναίκα σου;» καί ἐκεῖνος ἔδειξε τήν σκηνή. Ἦταν μέσα στήν σκηνή. Καί ὁ Κύριος τοῦ λέει: «Θά ἀποκτήσετε γιό». Τό ἄκουσε ἡ Σάρρα καί γέλασε. Πῶς ἦταν δυνατόν νά ἀποκτήσουν παιδί δύο γέροντες, ὁ ἕνας ἦταν 99 καί ἡ μέλλουσα μητέρα 90; Καί ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἀβραάμ «Γιατί γέλασε ἡ Σάρρα; Γιά τόν Κύριο δέν εἶναι τίποτα ἀδύνατο!»4.
Μετά ὁ Ἀβραάμ κατευόδωσε τούς δύο ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι φεύγανε γιά τά Σόδομα καί τά Γόμορρα. Ὁ Κύριος μένει καί συζητάει μέ τόν Ἀβραάμ καί τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι πάει στά Σόδομα καί τά Γόμορρα. Τόν ρωτάει ὁ Ἀβραάμ «Κύριε, θά καταστρέψεις τά Σόδομα καί τά Γόμορρα καί μαζί μέ τούς ἄδικους θά καταστρέψεις καί τούς δίκαιους, τούς καλούς; Ἄν ὑπάρχουν ἐκεῖ πενήντα καλοί ἄνθρωποι θά καταστρέψεις τά Σόδομα καί τά Γόμορρα καί τίς ἄλλες πόλεις;». Καί τοῦ ἀπαντάει ὁ Κύριος «Ἄν βρῶ στά Σόδομα πενήντα δίκαιους, θά συγχωρήσω γιά χάρη τους ὅλη τήν πόλη». Καί δέν ἦταν μόνο μία ἀλλά ἦταν πέντε πόλεις. Ἀλλά, δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι σ’ αὐτές τίς πόλεις, ἐπειδή δέν πρόσεχαν καί εἶχαν καί πολύ ὑλικό πλοῦτο, εἶχαν πέσει σέ πολύ μεγάλες ἁμαρτίες, πολύ βαριές ἁμαρτίες. Τότε ὁ Ἀβραάμ παίρνει θάρρος καί κάνει ἕνα παζάρι μέ τόν Θεό καί τοῦ λέει «Κύριε, ἄν εἶναι σαράντα πέντε;». Λέει «Καί σαράντα πέντε νά εἶναι οἱ καλοί ἄνθρωποι, δέν θά καταστρέψω αὐτές τίς πόλεις». «Ἄν εἶναι σαράντα;». «Πάλι, δέν θά τίς καταστρέψω». «Ἄν εἶναι τριάντα;». Πάλι… Λέει «Κύριε, νά τολμήσω ἀκόμα μία φορά, ἄν εἶναι εἴκοσι οἱ καλοί, θά τά καταστρέψεις αὐτά τά μέρη;». Λέει «Ὄχι, οὔτε ἄν βρῶ ἔστω εἴκοσι». «Μιά τελευταία φορά Κύριε», λέει, «ἄν βρεῖς μόνο δέκα;». «Καί δέκα», λέει, «νά βρῶ δέν θά τά καταστρέψω»5. Δέν τόλμησε νά πάει πιό κάτω ὁ Ἀβραάμ. Δέν ὑπῆρχαν οὔτε δέκα καλοί ἄνθρωποι σ’ αὐτές τίς πέντε πόλεις! Ἦταν μόνο ὁ Λώτ, ὁ ἀνεψιός τοῦ Ἀβραάμ, μέ τήν οἰκογένειά του.
Πηγαίνουν οἱ ἄγγελοι, πού εἴπαμε ἦταν μαζί μέ τόν Κύριο, στά Σόδομα καί ὁ Λώτ πού ἦταν στήν πύλη ἐκεῖ τῆς πόλης, τούς ὑποδέχεται, φιλόξενος κι αὐτός ὅπως ὁ θεῖος του καί τούς παίρνει στό σπίτι του. Τούς φιλοξενεῖ καί τό βράδυ ὅλοι αὐτοί οἱ Σοδομίτες, νέοι καί γέροι, μαζεύτηκαν ἔξω ἀπό τό σπίτι καί ζητοῦσαν μέ ἄγριο τρόπο τούς δυό αὐτούς ξένους, γιά νά τούς κάνουν κακό. Ὁ Λώτ ἀρνήθηκε καί αὐτοί καί αὐτοί ἀγρίεψαν ἀκόμα περισσότερο. Ὁπότε, γιά νά σωθεῖ ὁ Λώτ, οἱ δύο ἄγγελοι ἀνοίγουν τήν πόρτα καί βάζουν μέσα στό σπίτι τόν Λώτ καί ὅλους αὐτούς τούς κάνουν τυφλούς. Δέν μποροῦσαν νά περπατήσουν. Τούς τύφλωσε ὁ Θεός. Βλέπετε, ὁ Θεός εἶναι Παντοδύναμος, τά πάντα μπορεῖ νά κάνει καί, ὅταν θέλει νά προστατεύσει ἕναν ἄνθρωπο, τόν προστατεύει. Γι’ αὐτό δέν ἔχουμε νά φοβηθοῦμε τίποτε.
Τοῦ λένε, λοιπόν, τοῦ Λώτ «νά φύγεις μαζί μέ τήν οἰκογένειά σου στό βουνό, ὁ Κύριος θά καταστρέψει τήν πόλη γιατί ἡ διαφθορά εἶναι πολύ μεγάλη καί οἱ ἄνθρωποι τά ἔβαλαν μέ τόν Θεό. Φύγετε καί μή γυρίσετε πίσω τό κεφάλι σας γιά νά κοιτάξετε». Στή συνέχεια ὁ Θεός, ἀφοῦ ἔφυγαν, ἔριξε θειάφι καί φωτιά καί κατέστρεψε αὐτές τίς πέντε πόλεις. Ἡ γυναίκα τοῦ Λώτ, ὅμως, δέν ἔκανε ὑπακοή στόν Θεό, γύρισε πίσω -ἀπό περιέργεια φαίνεται- καί ἔγινε στήλη ἅλατος. Ὁ Λώτ, πού ἦταν δίπλα στήν γυναίκα του, δέν γύρισε νά δεῖ τί ἔγινε ἡ γυναίκα του. Ἄν γύριζε νά δεῖ, θά γινόταν κι αὐτός στήλη ἅλατος, θά παρήκοε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι σώθηκε ὁ Λώτ.
Ὁ Ἁβραάμ συνέχισε τήν ζωή του καί μία μέρα ὁ Θεός θέλησε νά δοκιμάσει τήν πίστη τοῦ Ἀβραάμ, νά δεῖ ἄν πράγματι δηλαδή ὁ Ἀβραάμ ὑπακούει σ’ αὐτά πού τοῦ λέει ὁ Θεός. Τοῦ λέει λοιπόν: «Ἀβραάμ, πάρε τόν ἀγαπημένο σου γιό καί πήγαινε νά τόν θυσιάσεις στό βουνό, πού θά σοῦ πῶ»6. Ὁ Ἀβραάμ δέν ὀλιγοπίστησε, δέν ἔβαλε λογισμούς νά πεῖ, τί λέει τώρα ὁ Θεός; Ἀφοῦ μοῦ ἔχει πεῖ ὅτι ἐγώ θά γίνω πατέρας πολλῶν λαῶν. Ἕνα παιδί μοῦ ἔδωσε ὡς τώρα καί τώρα μοῦ λέει νά τό θυσιάσω κι αὐτό στόν Θεό; Πῶς θά γίνει μετά νά γίνω Πατέρας πολλῶν ἐθνῶν;… Δέν ἔβαλε τέτοιους λογισμούς. Ἀλλά τί ἔκανε; Τήν ἄλλη μέρα ἔκοψε ξύλα καί ξεκίνησε μέ τόν Ἰσαάκ, τό παιδί του, καί τούς δύο ὑπηρέτες πού εἶχε, γιά τό βουνό. Ὅταν εἶδε τό μέρος, πού τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Κύριος, εἶπε στούς ὑπηρέτες «Καθίστε ἐδῶ μέ τό γαϊδουράκι καί ἐγώ μέ τόν Ἰσαάκ θά πᾶμε νά προσκυνήσουμε τόν Θεό καί θά ἐπιστρέψουμε. Φορτώθηκε τά ξύλα ὁ Ἰσαάκ, πῆρε ὁ Ἀβραάμ τό μαχαίρι του καί ἔφυγαν. Λέει ὁ Ἰσαάκ στόν Ἀβραάμ «Πατέρα τά ξύλα γιά τήν θυσία τά ἔχουμε, ποῦ εἶναι, ὅμως, τό πρόβατο;». Τότε οἱ ἄνθρωποι ἔκαναν τέτοιες θυσίες στόν Θεό. Σφάζανε ἕνα ζῶο καί μετά τό βάζανε στήν φωτιά καί τό καίγανε ὡς προσφορά στόν Θεό. Καί ὁ Ἀβραάμ ἀπαντάει στόν Ἰσαάκ «Ὁ Θεός παιδί μου, θά φροντίσει γιά τό πρόβατο, θά μᾶς δώσει Ἐκεῖνος»! Ἔφτασαν στόν τόπο. Ὁ Ἀβραάμ ἔβαλε τά ξύλα καί πάνω ἔδεσε τόν Ἰσαάκ. Ἅπλωσε τό χέρι καί πῆρε τό μαχαίρι γιά νά σφάξει τό παιδί του, ὅπως τοῦ εἶχε πεῖ ὁ Θεός. Τότε ἀκούστηκε φωνή ἀπό τόν οὐρανό, ἄγγελος Κυρίου, «Ἀβραάμ μήν ἁπλώσεις τό χέρι σου στό παιδί σου. Τώρα γνώρισα ὅτι ἐσύ φοβᾶσαι τόν Θεό», δηλαδή σέβεσαι τόν Θεό. Πιστεύεις στόν Θεό καί δέν Τοῦ ἀρνήθηκες οὔτε τόν ἀγαπημένο σου υἱό. Σήκωσε τότε τό βλέμμα του ὁ Ἀβραάμ καί εἶδε ἕνα κριάρι πού τά κέρατά του εἶχαν πιαστεῖ σ’ ἕναν θάμνο. Ἔπιασε τό κριάρι καί θυσίασε αὐτό ἀντί γιά τόν γιό του τόν Ἰσαάκ. Ἔπειτα γύρισαν στούς δούλους καί ἐπέστρεψαν στό σπίτι.
Ἔτσι ἀποδείχτηκε ὅτι ὁ Ἀβραάμ σέβεται τόν Θεό, ὁ Ἀβραάμ πιστεύει στόν Θεό καί δέν δίστασε νά θυσιάσει ἀκόμα καί τόν μονάκριβο γιό του. Καί ξέρετε ὁ Ἰσαάκ εἶναι προτύπωση τοῦ Χριστοῦ μας. Ὅπως ὁ Ἰσαάκ παραλίγο θά θυσιαζόταν, θυσιάστηκε οὐσιαστικά, ἔτσι καί ὁ Χριστός μας θυσιάστηκε γιά τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου.
Τώρα ἀπό ὅλα αὐτά πού εἴπαμε, τί δίδαγμα μποροῦμε νά βγάλουμε; Εἴπαμε ὅτι ὁ Ἀβραάμ ἦταν πραγματικά πιστός, ἦταν πραγματικά ὑπάκουος. Ἐμεῖς τί πρέπει νά κάνουμε;
- Νά εἴμαστε πιστοί..
Νά εἴμαστε κι ἐμεῖς πιστοί σάν τόν Ἀβραάμ. Δέν μοῦ λέτε, τί σημαίνει νά εἴμαστε πιστοί; Ἔτσι ἁπλῶς νά λέμε ὅτι ὑπάρχει Θεός; Πῶς φαίνεται, ὅτι εἴμαστε πιστοί; Ἔτσι ἁπλῶς νά πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός; Τί λέτε;
- Νά κάνουμε τίς ἐντολές.
Νά κάνουμε τίς ἐντολές Του, νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του, νά ζοῦμε σύμφωνα μέ αὐτά πού λέει, ὅπως ἔκανε ὁ Ἀβραάμ. Ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ Θεός, τό ἔκανε. Ἐνῶ ἦταν γέρος, τοῦ εἶπε σήκω, ἄφησε τό σπίτι σου καί πήγαινε ἐκεῖ πού θά σοῦ πῶ καί δέν τοῦ εἶπε στήν ἀρχή ποῦ νά πάει… στό ἄγνωστο! Ποιός τό κάνει σήμερα; Ὁ Ἀβραάμ, ὅμως, σκέφτηκε ὅτι τό εἶπε ὀ Θεός. Καί ἀφοῦ τό εἶπε ὁ Θεός, θά φροντίσει ὁ Θεός καί τά ὑπόλοιπα καί ἄς εἶμαι γέρος, θά μέ φροντίσει. Καί τόν φρόντισε ὁ Θεός. Μετά τοῦ λέει, θά σοῦ δώσω παιδί. Τό πίστεψε ὁ Ἀβραάμ. Μά ἔγινε 99 χρονῶν καί δέν εἶχε παιδί. Καί τοῦ λέει ὁ Θεός, τώρα θά κάνεις παιδί. Τό πίστεψε. Μετά τοῦ λέει, αὐτό τό παιδί πού σοῦ ἔδωσα νά τό θυσιάσεις. Θά τό ἔκανε κι αὐτό ὁ Ἀβραάμ! Καί τελευταία στιγμή ὁ ἄγγελος Κυρίου τόν σταμάτησε.
Ἔτσι φαίνεται ὅτι εἴμαστε πιστοί, παιδιά, ἔ; Νά κάνουμε πράγματα πού εἶναι πέρα ἀπό τή λογική, πάνω ἀπό τή λογική, πού δέν εἶναι, θά λέγαμε, σύμφωνα μέ τήν ἀνθρώπινη λογική. Ὄχι ὅτι εἶναι παράλογα καί τρελά, ἀλλά εἶναι πάνω ἀπό τή λογική, φτάνουν στήν περιοχή τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὑπερφυσικοῦ, τοῦ θαύματος.
Αὐτό λοιπόν νά κρατήσουμε, νά εἴμαστε πιστοί καί ὑπάκουοι στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
Ἐλᾶτε οἱ μικροί νά πάρετε εἰκονίτσα καί νά ποῦμε καί δυό λόγια μέ τούς μεγάλους. Εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, πού ἔχει ἐπικρατήσει μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά εἰκονογραφοῦμε τήν Ἁγία Τριάδα.
Σήμερα, παιδιά, τί λέτε, πιστεύουμε στόν Θεό; Τό ἔχετε ἀναρωτηθεῖ; Εἴμαστε ἄραγε πιστοί;
Ἄς τό ποῦμε λίγο πιό βαθιά. Τί σημαίνει πιστός; Τί σημαίνει πιστεύω στόν Θεό;
- Ἐμπιστεύομαι.
Ἔτσι. Πιστεύω θά πεῖ ἐμπιστεύομαι, δηλαδή Τόν παίρνω ὡς ὁδηγό. Καί δέν λέω: Τί λέει ἡ ἐπιστήμη; Τί λέει ἡ κοινωνία; Τί λέει ἡ τηλεόραση; Τί λένε οἱ φίλες μου; Τί λέει ἡ μάνα μου; Τί κάνουν οἱ πολλοί;.. Δέν παίρνω αὐτό ὡς ὁδηγό στήν ζωή μου, ἀλλά τί; Τί λέει ὁ Θεός. Τί λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Πρίν κάνω κάτι, πρίν πῶ κάτι, σκέφτομαι αὐτό; Τότε εἶμαι πραγματικά πιστός. Μά θά πεῖτε: Ἄν ὅλοι σήμερα κάνουν τά ἀντίθετα; Ἤ αὔριο; Καί μένα μέ θεωροῦν τρελή; Τί θά κάνουμε τότε; Θά πῶ «Χριστέ μου συγχώρεσέ με νά κάνω κι ἐγώ ὅ,τι κάνουν οἱ πολλοί, γιατί ἀλλιῶς θά μείνω μόνη μου»; Ἤ θά πῶ «Ἄς κάνουν ὅπως νομίζουν, ἐγώ θά κάνω αὐτό πού λέει ὁ Χριστός»;
- Θά κάνουμε αὐτό πού λέει ὁ Χριστός.
Ἔτσι! Κι ἄς εἴμαστε καί μόνοι μας παιδιά. Νά ἔχουμε συνέπεια στήν πίστη. Βλέπετε ὁ Ἀβραάμ εἶχε συνέπεια, πίστευε πραγματικά. Σκεφτεῖτε τώρα ἕνας γέρος ἄνθρωπος νά σηκώνεται νά ἀφήνει τό σπίτι του καί νά μήν ξέρει καί ποῦ θά πάει. Οἱ ἄλλοι πού θά τό ἔμαθαν, θά τοῦ λέγανε: Τρελός εἶσαι; Ἔτσι δέν θά τοῦ λέγανε; Τρελάθηκες; Κουβαλᾶς τή γυναίκα σου, τά πράγματά σου, τήν περιουσία σου ὅλη στό ἄγνωστο; Ποιός Θεός σοῦ ἐμφανίστηκε; Τί εἶναι αὐτά πού λές; Μήπως εἶδες καμιά φαντασία, κανένα ὄνειρο; Τέτοια θά τοῦ λέγανε τοῦ Ἀβραάμ. Ἐκεῖνος τίποτα, ἀνένδοτος. Μοῦ μίλησε ὁ Θεός. Ἐγώ θά κάνω αὐτό πού λέει ὁ Θεός.
Ἔτσι λένε καί σήμερα. Τί, τρελός εἶσαι; Ἀκόμα πᾶς στό κατηχητικό; Ἀκόμα πᾶς στήν Ἐκκλησία… μέ τούς παπάδες;.. Χάζεψες; Ζῆσε τή ζωή σου, ὅπως κάνουν ὅλοι. Αὐτά δέν λένε συνέχεια; Θά πεῖς: Ὄχι, ἐγώ θά κάνω αὐτά πού λέει ὁ Θεός, θά πάω ἐκεῖ πού λέει ὁ Θεός καί ἄς μή πάει κανένας ἄλλος, ἐγώ θά πάω, θά κάνω τήν ὑπακοή μου στόν Θεό. Ἑπομένως πιστεύω στόν Θεό, παιδιά, σημαίνει αὐτό.
Λέει κάπου ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος «πίστις, ἄνευ ἔργων, νεκρά ἐστι»7. Μιά πίστη πού δέν ἔχει ἔργα εἶναι νεκρή. Ποιά εἶναι ἡ πίστη πού δέν ἔχει ἔργα; Εἶναι ἡ πίστη ἡ θεωρητική, ὅτι ἁπλῶς ὑπάρχει Θεός. Ξέρετε κανέναν πού ἔχει τέτοια νεκρή πίστη; Πού πιστεύει ἁπλῶς ὅτι ὑπάρχει Θεός;
- Ὁ περισσότερος κόσμος.
Ὁ πιό πολύς κόσμος ἔτσι εἶναι. Νά σᾶς πῶ καί ἕναν πού τήν ἔχει σίγουρα αὐτή τήν νεκρή πίστη; Ὁ διάβολος. Ὁ διάβολος πιστεύει στόν Θεό(!) ἀλλά δέν κάνει τά ἔργα τῆς πίστεως. Δέν ζεῖ σύμφωνα μ’ αὐτά πού λέει ὁ Θεός. Πιστεύει ὅτι ὑπάρχει Θεός, πιστεύει στήν Ἁγία Τριάδα, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος… γιατί τά ξέρει, τά ἔχει δεῖ, ἀλλά δέν κάνει τίποτα ἀπό αὐτά πού λέει ὀ Θεός. Οὔτε ταπεινός εἶναι οὔτε βγάζει τήν κακία ἀπό μέσα του οὔτε μετανοεῖ οὔτε ζητάει συγγνώμη ἀπό τόν Θεό.
Αὐτή ἡ πίστη, παιδιά, πού ἔχουν οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι σήμερα, εἶναι νεκρή πίστη. Οἱ πιό πολλοί, ἅμα τούς ρωτήσεις, θά ποῦνε, ναί, ὑπάρχει ὁ Θεός. Τίποτα ἄλλο ὅμως. Ἐγώ κάνω τήν ζωή μου, ὁ Θεός εἶναι κάπου μακριά πάνω στόν οὐρανό καί τίποτα περισσότερο. Ὄχι, αὐτή ἡ πίστη εἶναι νεκρή.
Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος μέ τέτοια πίστη νά σωθεῖ, νά πάει στόν Παράδεισο;
Δέν γίνεται, γιατί ἡ ζωή του δέν μοιάζει μέ τή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Σώζεται αὐτός, πού μοιάζει στόν Χριστό, πού ἑνώνεται μέ τόν Χριστό. Ἄν ἐσύ κάνεις τά ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού λέει ὁ Χριστός, δέν μπορεῖς νά μοιάσεις μέ τόν Χριστό, δέν μπορεῖς νά ἑνωθεῖς μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός δέν ἑνώνεται μαζί σου. Δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ ἕναν ἄνθρωπο ἀκάθαρτο, μέ ἕναν νοῦ βρώμικο.
Ἄς κρατήσουμε, λοιπόν, αὐτό σήμερα παιδιά: Συνέπεια στήν πίστη, συνέπεια στά πιστεύω μας, συνέπεια στήν χριστιανική ζωή. Ξέρετε ὅτι ὑπάρχουν ἅγιες κόρες, γυναῖκες κ.λ.π. πού ἔδωσαν καί τή ζωή τους ἀκόμα γιά νά φυλαχτοῦν ἁγνές καί καθαρές καί νά μήν ἀτιμαστοῦν, γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ; Δέν δίστασαν! Σοῦ λέει καλύτερα νά χάσω τή ζωή μου παρά νά χάσω τήν τιμή μου καί τήν παρθενία μου καί τήν Χάρη πού ἔχω ἀπό τόν Χριστό. Νά προτιμᾶμε καλύτερα νά πεθάνουμε παρά νά προδώσουμε τόν Χριστό καί νά παραβοῦμε ἔστω καί μία ἐντολή Του. Νά πεῖς καλύτερα νά πεθάνω παρά νά μήν τηρήσω αὐτά πού λέει ὁ Χριστός καί νά φανῶ ἄπιστος στήν πράξη. Στήν θεωρία ἐμφανιζόμαστε ὡς πιστοί, ἀλλά στήν πράξη εἴμαστε ἄπιστοι πολλές φορές. Καί ἐνῶ λέει ὁ Χριστός, μή λέτε ψέματα, ἐμεῖς λέμε, ἔ, τώρα, γίνεται νά μήν ποῦμε ψέματα; Πῶς δέν γίνεται; Ἀφοῦ ὁ Χριστός τό λέει. Ἀλλά βάζουμε τήν ἀνθρώπινη λογική, ὅπως ἔλεγε ἡ Σάρρα καί γέλασε… Γίνεται τώρα ἐγώ 90 χρονῶν νά κάνω παιδί; Πῶς δέν γίνεται; Ἅμα θέλει ὁ Θεός, μπορεῖς νά κάνεις.
Ἐρ. : Τότε δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά τούς ξεγελάσει ὁ πονηρός;…
Ἀπ. : Ὑπῆρχε. Ἀλλά ὁ Ἀβραάμ, ἐπειδή ἀγαποῦσε τόν Θεό, ἦταν πολύ ταπεινός. Ὁ διάβολος ξέρετε ποιούς ξεγελάει; Τούς ὑπερήφανους, αὐτούς πού ἔχουν μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους. Τούς φτιάχνει ἕνα σκηνικό ὅτι τάχατες βλέπουν τόν Θεό, βλέπουν τούς ἁγίους, βλέπουν τήν Παναγία, ἀλλά αὐτά ὅλα εἶναι φαντάσματα-φαντασίες, δηλαδή δέν εἶναι πραγματικά. Λέει στήν Ἁγία Γραφή ὅτι «μετασχηματίζεται ὁ διάβολος καί εἰς ἄγγελο φωτός»8. Ἐνῶ δέν εἶναι ἄγγελος, εἶναι διάβολος. Ἕνας πού εἶναι ταπεινός τό καταλαβαίνει. Ἕνας πού εἶναι ὑπερήφανος, λέει «φυσικά… ποῦ θά ἐμφανιστεῖ ὁ ἄγγελος;… σέ μένα… τόσο καλός πού εἶμαι!». Καί ἔτσι πέφτει στήν παγίδα τοῦ διαβόλου. Ὁ Ἀβραάμ δέν μποροῦσε νά πέσει, γιατί ἦταν ταπεινός. Ἄν ὑπερηφανευόταν, θά ἔπεφτε κι αὐτός καί θά ξεγελιόταν ἀπό τόν διάβολο.
Ἑπομένως κι ἐμεῖς νά προσέχουμε νά εἴμαστε ταπεινοί, παιδιά, γιά νά μή μᾶς ξεγελάει ὁ διάβολος. Ἕνας ταπεινός μέ τό πού θά δεῖ κάτι, θά κάνει ἀμέσως τόν σταυρό του. Ἄν εἶναι διάβολος αὐτό καί δέν εἶναι ὁ Χριστός, θά ἐξαφανιστεῖ ἀμέσως. Δέν μπορεῖ νά ἀντέξει τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐσεῖς πάντα, ὅταν ἔχετε μία ἀμφιβολία, νά κάνετε τόν σταυρό σας. Ὁτιδήποτε κι ἄν δεῖτε κι ἄν ἀκούσετε, ἄν εἶναι ἀπό τόν πονηρό, θά ἐξαφανιστεῖ. Δέν ἔχουμε νά φοβηθοῦμε τίποτα. Ὁ διάβολος δέν ἔχει καμία δύναμη νά μᾶς πειράξει. Καί μπροστά στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ διαλύεται. Πότε παίρνει δύναμη ὁ διάβολος; Ὅταν κάνουμε ἁμαρτίες καί δέν μετανοοῦμε. Τότε παίρνει ἐξουσία πάνω μας, ὅταν ἔχουμε ἀνεξομολόγητες ἁμαρτίες. Τότε μπορεῖ νά μᾶς πειράξει, ἀλλά πάλι ὁ Θεός τοῦ βάζει κάποια ὅρια. Μέχρι ἐκεῖ πού κρίνει ὁ Θεός, τόν ἀφήνει νά μᾶς πειράξει. Πάλι γιά νά κερδίσουμε. Ἀκόμα καί ἀπό τόν πειρασμό νά πάρουμε τό μήνυμα καί νά μετανοήσουμε.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
1 Γεν. 12, 1.
2 Γεν. 17, 5.
3 Γεν. 18, 3.
4 Γεν. 18, 13-14.
5 Γεν. 18, 27-32.
6 Γεν. 22, 2.
7 Ἰακ. 2, 17.

8 Β’Κορ. 11, 14.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου