Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
ΑΦΕΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΛΘΕΙΝ ΠΡΟΣ ΜΕ

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

2 Μαρτίου Συναξαριστής. Ἠσυχίου Συγκλητικοῦ, Νέστορος καὶ Τριβιμίνου Μαρτύρων, Τρωαδίου Μάρτυρος καὶ τῶν σὺν αὐτῶ, Εὐθαλίας Παρθενομάρτυρος, Κοΐντου Ὁμολογητοῦ καὶ Θαυματουργοῦ, Θεοδότου Ἱερομάρτυρα, Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας, Τσὰντ ἐκ Σκωτίας, Ἀρσενίου Ὁσίου, Ἀβραμίου Ὁσίου, Ἀρέθα Ἐγκλείστου, Ἀρσενίου Ἐπισκόπου, τῶν Ὁσίων Βαρσανουφίου, Σάββα, Σαββατίου καὶ Εὐφροσύνου, Ἰωακεὶμ Ἰθακήσιου, Ἀμβροσίου Πατριάρχου, Νικολάου Πλανᾷ, Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἐνθρόνου.

Ὁ Ἅγιος Ἠσύχιος ὁ Συγκλητικὸς
Ἅγιος Ἠσύχιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ
(286-305 μ.Χ.) καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωμα τοῦ Συγκλητικοῦ. Ὅταν διὰ
διατάγματος τοῦ Μαξιμιανοῦ ξέσπασε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν καὶ οἱ
κατέχοντες ἀνώτερα ἀξιώματα Χριστιανοὶ ἀπαγορεύθηκε νὰ φέρουν ζώνη καὶ
στολή, τότε ὁ Ἅγιος προτίμησε νὰ περιφρονήσει ὅλες τὶς τιμὲς τῆς
πρόσκαιρης δόξας, ἀπέβαλε τὰ ἐνδύματα καὶ τὴ ζώνη τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ
ἐνδύθηκε ταπεινὰ καὶ ἄσημα.Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἔμαθε τί εἶχε γίνει
ὀργίσθηκε καὶ διέταξε νὰ δέσουν στὸν λαιμὸ τοῦ Ἁγίου βαριὰ πέτρα καὶ ἂν
τὸν ρίξουν στὸ ποτάμι.Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἠσύχιος ἔλαβε τὸ στέφανο τῆς μακαρίας δόξας τοῦ Θεοῦ.Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἄξιας
κοσμικῆς, ἀπορρίψας τὸ κλέος, τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ, ὠμολόγησας χαίρων,
Ἠσύχιε πανένδοξε, Ἀθλητῶν ἐγκαλλώπισμα, ὅθεν ἔφερες, ὥσπερ τιμὴν τὴν
αἰσχύνην, καὶ τὸν θάνατον, ἐν πνιγμονῇ τῶν ὑδάτων, δυνάμει τοῦ
Πνεύματος.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.Ὁ Μάρτυς σου,
Κύριε, ἐν τὴ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας ἐκ σοῦ τοῦ
Θεοῦ ἠμῶν, ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν, ἔθραυσε καὶ
δαιμόνων τὰ ἀνίσχυρα θράση, Αὐτοῦ ταὶς ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον
τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.


Οἱ Ἅγιοι Νέστωρ καὶ Τριβιμίνος οἱ Μάρτυρες
Οἱ
Ἅγιοι Μάρτυρες Νέστωρ καὶ Τριβιμίνος ἢ Τριβίμιος κατάγονταν ἀπὸ τὴν
πόλη Πέργη τῆς Παμφυλίας, χώρα τῶν Κιβυρραιωτῶν καὶ ἔζησαν κατὰ τοὺς
χρόνους τοῦ ἀσεβοῦς βασιλιὰ Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Ἐπειδὴ ἦταν
Χριστιανοὶ καὶ κήρυτταν μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστό, κατηγορήθηκαν
στὸν ἄρχοντα τῆς Πέργης. Αὐτός, ἀφοῦ ἀμέσως ἔστειλε πλῆθος στρατιωτῶν,
τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς ὁδήγησε δεμένους στὸ δικαστήριο καὶ ἔθεσε ἐνώπιόν
τους ὅλα τὰ ὄργανα τῶν βασανιστηρίων.

Οἱ Μάρτυρες ὅμως περιφρονοῦσαν τὶς ἀπειλὲς καὶ ὁμολογοῦσαν μὲ
γενναιότητα τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ τοὺς γύμνωσαν καὶ τοὺς κτυποῦσαν μὲ
σκληρὰ σχοινιὰ ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα τοὺς κρέμασαν, τοὺς καταξέσκισαν
τὶς σάρκες καὶ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν.

Ἔτσι, ἀφοῦ τελειώθηκε ὁ βίος τους, μὲ εὐχαρίστηση παρέλαβε τὶς ψυχὲς τους ὁ μισθαποδότης Κύριος. Ὁ Ἅγιος Τρωάδιος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῶ

Ἅγιος Μάρτυς Τρωάδιος τελειώθηκε διὰ ξίφους ἐπὶ αὐτοκράτορα Δεκίου
(249-251 μ.Χ.) μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς στὴ Νεοκαισάρεια τὸ ἔτος 251
μ.Χ.

Ἡ Ἁγία Εὐθαλία ἡ Παρθενομάρτυς (Ἑορτὴ Εὐθαλία)

Ἁγία Μάρτυς Εὐθαλία καταγόταν ἀπὸ τὴ Σικελία καὶ ζοῦσε στοὺς
Λεοντίνους. Ἡ μητέρα της, ποὺ ὀνομαζόταν καὶ αὐτὴ Εὐθαλία, ἔπασχε ἀπὸ
αἱμορραγία. Μία μέρα φάνηκαν στὸν ὕπνο της οἱ Ἅγιοι Ἀλφειός, Φιλάδεφος
καὶ Κυπρῖνος (τιμοῦνται 10 Μαΐου) καὶ εἶπαν σὲ αὐτήν, ὅτι θὰ θεραπευθεῖ
μόνο ἐὰν πιστέψει στὸν Χριστὸ καὶ βαπτισθεῖ. Ἡ γυναῖκα πραγματικὰ
πίστεψε καὶ βαπτίσθηκε.

Ὁ εἰδωλολάτρης υἱὸς αὐτῆς Σιρμιλιανός, ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτό, ἐπιτέθηκε
κατὰ τῆς μητέρας του γιὰ νὰ τὴν πνίξει. Ἐκείνη ὅμως διέφυγε μὲ τὴν
βοήθεια τῆς δούλης της. Τότε ἡ Μάρτυς Εὐθαλία ἔλεγξε μὲ δριμύτητα τὸν
ἀδελφό της γιὰ τὴν πράξη του αὐτή. Ἐκεῖνος, μόλις ἄκουσε ὅτι καὶ αὐτὴ
ἦταν Χριστιανή, τὴν παρέδωσε σὲ ἕναν ὑπηρέτη, γιὰ ἀτιμία καὶ στὴν
συνέχεια μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὴν ἀποκεφάλισε.

Ἔτσι ἡ Μάρτυς Εὐθαλία εἰσῆλθε στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου της. ἦταν τὸ ἔτος 252 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Κοΐντος ὁ Μάρτυρας, Ὁμολογητὴς καὶ Θαυματουργὸς

Ἅγιος Μάρτυρας Κοΐντος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα
Αὐρηλιανοῦ (270-275 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴ Φρυγία καὶ γεννήθηκε ἀπὸ
εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἀπὸ μικρὸς ἀσκήθηκε στὴν ἐλεημοσύνη καὶ
τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς πάσχοντες. Ὅταν ᾖλθε στὴν πόλη τῆς Αἰολίδος καὶ
ἔγινε γνωστὸ στὸν ἡγεμόνα Ροῦφο ὅτι διαμοίραζε ἐλεημοσύνη στοὺς πτωχοὺς
Χριστιανούς, συνελήφθη ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐκβιαζόταν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος τὸν θεράπευσε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια ποὺ εἶχε, τὸν ἄφησε
ἐλεύθερο. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη σὲ ἄλλη πόλη, τὴν Κύμη, ὅπου οἱ Ἐθνικοὶ τὸν
συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ εἰδωλολατρικὸ ναό, πιέζοντας τὸν νὰ
ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του καὶ νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ξαφνικὰ ὅμως ἔγινε
μεγάλος σεισμὸς καὶ ὁ ναὸς κατέπεσε.

Οἱ εἰδωλολάτρες ἔφυγαν ἔντρομοι καὶ ἄφησαν ἐκεῖ τὸν Ἅγιο. Σαράντα
ἡμέρες μετὰ τὸν σεισμό, ὁ ἄρχοντας τῆς περιοχῆς Κλέαρχος, ἄνθρωπος
δεισιδαίμονας καὶ σκληρός, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τοῦ
συντρίψουν τὰ σκέλη. Μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ Ἅγιος ἔγινε καλὰ καὶ ἔζησε
ἀκόμη δέκα χρόνια. Ὅλο αὐτὸν τὸν καιρὸ διερχόταν τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ
θεραπεύοντας τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἐλεώντας τοὺς πτωχούς.

Ἔτσι ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ἅγιος Κοΐντος, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Κυρήνειας Κύπρου
Ἔζησε
τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. τότε ποὺ τὸ νησὶ τῆς Κύπρου βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴ
βαριὰ Ρωμαϊκὴ σκλαβιά. Ὁ ἐπίσκοπος Θεόδοτος, ἄνθρωπος ταπεινὸς καὶ
φλογερὸς στὴν πίστη, μὰ καὶ δραστήριος καὶ φιλάνθρωπος σὲ ὅλους, ἦταν
ἕνα ἀληθινὸ δῶρο Θεοῦ γιὰ τὸ πολυβασανισμένο νησί. Οἱ χριστιανοὶ πολὺ
τὸν ἀγαποῦσαν. Κι οἱ εἰδωλολάτρες ἐπίσης ἰδιαίτερα τὸν ἐκτιμοῦσαν. Στὸ
ἱερὸ πρόσωπό του ἔβλεπαν ὅλοι τὸν στοργικὸ πατέρα καὶ τὸν ἀληθινὸ
προστάτη. Μὲ τὰ λόγια του τὰ εὐαγγελικὰ ἁπάλυνε τὸν πόνο τοῦ λαοῦ του
καὶ μὲ τὰ ἔργα του τὰ καθημερινά, ἔργα ἀγάπης καὶ καλοσύνης, ἀνακούφιζε
τὴ δυστυχία ὅπου τὴν ἔβρισκε.

Ἤρεμα κι ὄμορφα κυλοῦσε ἡ ζωὴ στὴν Κύπρο, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ξέσπασε ὁ
νέος διωγμός. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ προχωροῦσε ὁλοένα στὴ νίκη καὶ τὴ
δόξα. Ἡ εἰδωλολατρία ἀντίθετα μέρα μὲ τὴ μέρα ἔφθινε. Βάδιζε πρὸς τὸν
θάνατο. Δὲν τῆς ἔμενε παρὰ λίγη ζωή. Κι αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὴν ὕστατη σὰν τὸ
πληγωμένο θηρίο ὁ πονηρὸς συγκέντρωσε ὅση δύναμη μποροῦσε κι ὄρμισε γιὰ
τὴν τελευταία μάχη: Γιὰ τὴν ἐξόντωση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡγεμόνας στὸ νησὶ ἦταν ὁ Σαβίνος.
Ἡ Ἱστορία τὸν περιγράφει σὰν
ἄνθρωπο σκληρὸ κι ἀδίστακτο στὰ σχέδια καὶ τὶς ἐπιδιώξεις του. Φανατικὸς
εἰδωλολάτρης ἐκμεταλλεύεται τὴν εὐκαιρία, γιὰ νὰ ἁρπάξει, νὰ φυλακίσει,
νὰ ἐξορκίσει, νὰ θανατώσει κάθε ὀπαδὸ τοῦ Ναζωραίου Ἰησοῦ. Πόνος βαρὺς
εἶχε πλακώσει τότε τὶς χριστιανικὲς καρδιές.

Οἱ πιστοὶ «διωκόμενοι,
ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ
ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ τοὶς ὀπαὶς τῆς γῆς» κινδυνεύουν νὰ ἀποκάμουν, νὰ
κλονιστοῦν, νὰ πέσουν». Τὰ μαρτύρια εἶναι τρομερά. Πῶς νὰ τὰ ἀντέξουν;

Τὴ στιγμὴ αὐτὴ παρήγορος ἄγγελος προβάλλει ὁ ἱεράρχης τοῦ Θεοῦ.
Ἀκούραστος, ἀτρόμητος, ἀλύγιστος τρέχει παντοῦ. Νὰ παρηγορήσει, νὰ
τονώσει, νὰ ἐνισχύσει, νὰ ἀτσαλώσει τὴ θέληση γιὰ ἀγῶνα, νὰ ἐνθουσιάσει.
Τῆς προσφορᾶς του αὐτῆς τὰ ἀποτελέσματα γίνονται σὲ λίγο παντοῦ
αἰσθητά. Οἱ χριστιανοὶ μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη καὶ μὲ ψαλμῳδίες ἱερὲς
βαδίζουν στὴν ὁμολογία, τὸ μαρτύριο, τὸν θάνατο. Οἱ εἰδωλολάτρες
κατάπληκτοι μπροστὰ στὸ θάρρος τῶν χριστιανῶν καὶ τὴν παρρησία τους
ὁμολογοῦν κι αὐτοὶ Θεὸ τοὺς τὸν Χριστὸ καὶ πεθαίνουν μὲ τ’ ὄνομά του στὸ
στόμα τους.

Ὁ Σαβίνος, ἄνθρωπος πονηρὸς κι ἔξυπνος, δὲν δυσκολεύεται νὰ ἀναγνωρίσει
τὸν τροφοδότη αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῶν χριστιανῶν. Κι ἀποφασισμένος νὰ
συντρίψει ὁπωσδήποτε τὴν πίστη τὴ χριστιανική, διατάζει νὰ συλλάβουν τὸν
ἐπίσκοπο Θεόδοτο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν μπροστά του.

Σὲ λίγο ὁ πολιὸς ἱεράρχης σύρεται δέσμιος μπροστὰ στὸν σκληρὸ ἄρχοντα. Ἡ
αἴθουσα εἶναι γεμάτη ἀπὸ εἰδωλολάτρες ἐπισήμους καὶ πάνοπλους
στρατιῶτες. Σὲ λαμπρὸ θρόνο κάθεται ὁ ἡγεμόνας. Ἡ ματιά του σκληρὴ καὶ
διαπεραστικὴ καρφώθηκε πάνω στὸν ἐπίσκοπο. Καὶ μία φωνὴ βαριὰ κι ἄγρια
ἀκούεται νὰ τοῦ λέει:

– Καιρὸς νὰ ξεκαθαρίσεις τὴ θέση σου, γέρο. Καιρὸς νὰ ἔρθεις μαζί μας
καὶ νὰ προσφέρεις κι ἐσὺ θυσία στοὺς μεγάλους θεούς μας. Ἀλλιῶς…

Γαλήνιος ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος σπεύδει νὰ δώσει τὴν ἀπάντησή του.
– Ἄρχοντα, τὴν πίστη μου δὲν τὴν ἀρνοῦμαι. Τὸ χρυσάφι ποτὲ δὲν τὸ
ἀνταλλάζει ἕνας μὲ τὸ χῶμα. Χρυσάφι ἄδολο εἶναι ἡ πίστη μου. Χῶμα
ἄχρηστο τὰ εἴδωλα κι οἱ πέτρες ποὺ λατρεύετε σεῖς. Λίγος καιρὸς θὰ
περάσει κι ἡ βασιλεία τῶν θεῶν σου θὰ ἐκλείψει ἀπὸ τὴ γῆ μας. Τοῦ
Χριστοῦ μου ἡ βασιλεία ἄφθαρτος καὶ αἰωνία θὰ ξαπλωθεῖ σ’ ὅλο τὸν κόσμο.
Σ’ αὐτὴ τὴ βασιλεία ὑπάρχει θέση καὶ γιὰ σένα καὶ γιὰ ὅλους. Ἐλᾶτε ὅλοι
στὸν Χριστό…

Ἡ φωνὴ τοῦ γέροντα ἐπισκόπου, γλυκιὰ καὶ σταθερὴ βγαίνει ἀπ’ τὰ στήθη
του καὶ καταπλήσσει ὅσους τὸν ἀκοῦνε. Οἱ ἐπίσημοι, οἱ στρατιῶτες καὶ τὰ
πλήθη ποὺ παρευρίσκονται τὰ ἔχουν χαμένα. Ποτὲ δὲν περίμεναν ἀπὸ ἕνα
γέροντα ἱεράρχη τόσο θάρρος καὶ τόση ἀφοβία. Ὁ ἡγεμόνας σὰν πληρωμένο
θεριὸ πετάχτηκε ἀπ’ τὴ θέση του καὶ μὲ μανία διατάσσει:

– Στὰ
βασανιστήρια. Ἐμπρός! Ἀρχίστε τὰ βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι ξεσηκώνονται κι
ἀρχίζουν. Μπροστὰ στὸν μαινόμενο ἡγεμόνα ἀφαιροῦν τὰ ἐνδύματα τοῦ
ἐπισκόπου καὶ κτυποῦν μὲ τὰ μαστίγια τους. Τὸ γυμνὸ κορμὶ ξεσχίζεται. Τὸ
αἷμα τρέχει ἄφθονο καὶ ποτίζει τὴ μαρτυρικὴ γῆ.

Ὁ ἐπίσκοπος σιωπηλὸς κι ἀτάραχος δὲν ἀφήνει οὔτε ἕνα στεναγμὸ νὰ ξεφύγει
ἀπ’ τὸ στόμα του. Μὲ τὰ μάτια ὑψωμένα στὸν οὐρανὸ προσεύχεται καὶ
παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ τὸν βοηθήσει. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ
τῶν ἀποκτεινάντων τὸ σῶμα τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτείναι» γίνονται
γι’ αὐτὸν ἀσπίδα καὶ «τεῖχος ἀπροσμάχητον». Ἀλύγιστος δέχεται τὰ
κτυπήματα. Οὔτε ἕνα παράπονο δὲν βγαίνει ἀπ’ τὰ στήθη του. Μὰ οὔτε κι
ἕνα δάκρυ δὲν κυλᾷ ἀπὸ τὰ μάτια του.

Τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ στάση του ὑπέροχα ψάλλει κι ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τοῦτα τὰ λόγια!

«Καὶ βουνεύροις τυπτόμενος καὶ ἐν ξύλῳ τεινόμενος καὶ πικρῶς ξεόμενος,
ἀξιάγαστε, καὶ φυλακὴ συγκλειόμενος, καὶ ἤλοις τοὺς πόδας σου
καθηλούμενος δεινῶς πυρωθέντι κραββάτω τὲ προσκλινόμενος, ἀπερίτρεπτος
ὤφθης τὸν ἐν πάσι, δυναμούντα σὲ δοξάζων, ἱερομάρτυς Θεόδοτε».

Ἡ σιωπὴ κι ἡ καρτερία τοῦ μάρτυρος ἐξοργίζει περισσότερο τὸν ἀνάλγητο ἡγεμόνα, ποὺ δίνει ἐντολὴ γιὰ δεύτερο βασανιστήριο.
Μὲ
τρεμάμενα χέρια παίρνουν οἱ δήμιοι τὰ σιδερένια νύχια. Μὲ δυσκολία τὰ
βυθίζουν στὸ σῶμα τοῦ ἁγίου καὶ τὸ ξεσχίζουν. Τὸ αἷμα τώρα τρέχει σὰν
ποτάμι. Τὸ κορμὶ σφαδᾴζει. Οἱ πόνοι συγκλονίζουν τὸν μάρτυρα. Τὴν ἴδια
στιγμὴ ἄλλοι δήμιοι μὲ λαμπάδες καῖνε τὶς ἀνοιγμένες πληγές. Τὰ πλήθη,
ποὺ μὲ συγκρατημένη ἀναπνοὴ παρακολουθοῦν τὸ μαρτύριο, κλαίγουν καὶ
θρηνοῦν.

Ὁ ἅγιος καὶ πάλιν γενναῖος καὶ καρτερικὸς δὲν κάμπτεται.
Κάποια στιγμὴ μονάχα ἀνοίγει τὸ στόμα του. Ὄχι γιὰ νὰ ὑβρίσει. Οὔτε καὶ
νὰ καταραστεῖ. Αὐτά, οἱ ὕβρεις κι οἱ κατάρες, δὲν εἶναι γνωρίσματα τῶν
μεγάλων ψυχῶν. Κι ὁ ἐπίσκοπος Θεόδοτος εἶναι μία μεγάλη ψυχή. Εἶναι ἕνα
πιστὸ ἀντίγραφο τοῦ Πρωτομάρτυρας τοῦ Γολγοθά. Τί ἔκανε ὁ Κύριος, ὅταν
ἦταν καρφωμένος στὸν σταυρό; Ἄνοιξε τὸ στόμα γιὰ νὰ πεῖ: «Πάτερ ἅφες
αὐτοὶς οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιούσι».

Κι ὁ ἱεράρχης μας ἀνοίγει τὸ στόμα γιὰ νὰ ψελλίσει: «Κύριέ μου, συγχώρησέ τους…»
Τὰ
λόγια τοῦ μάρτυρα συγκλονίζουν τὶς καρδιὲς τῶν δημίων. Ὁ λαμπάδες
πέφτουν ἀπὸ τὰ χέρια τους. Μὲ δειλία στὴν ἀρχὴ μὲ ἐνθουσιασμὸ στὸ τέλος
κραυγάζουν καὶ λένε: «Εἴμαστε κι ἐμεῖς χριστιανοί». «Κι ἐμεῖς», φωνάζουν
κι ἄλλοι ἀπ’ τὸ πλῆθος. Ὁ ἡγεμόνας χλωμὸς καὶ σαστισμένος βλέποντας τὸν
λαὸ ἀγανακτισμένο κι ἕτοιμο νὰ ξεσπάσει σ’ ἐπανάσταση φεύγει δειλά –
δειλὰ δίνοντας ἐντολὴ νὰ κλείσουν τὸν καταπληγωμένο μάρτυρα στὴ φυλακή.


ἐπίσκοπος στὴ φυλακή. Ἀνάμεσα στοὺς κακούργους. Ἀνάμεσα στοὺς κλέφτες
καὶ τοὺς λῃστές. Μὲ τὸ κορμὶ ματωμένο καὶ πληγιασμένο. Μὰ μὲ τὸ πρόσωπο
ὅλο καλοσύνη καὶ στοργὴ κι ἀγάπη. Ἀπὸ τὸ κελὶ τῆς φυλακῆς μία σιγανὴ
μελῳδία ἀκούεται κάπου-κάπου. «Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν
ἀνταπέδωκεν ἤμιν…»

Κι ὅταν ἡ βαριὰ πόρτα ἀνοίγει κι ὁ ἱεράρχης μὲ
δυσκολία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ μορφὴ γαλήνια σέρνει τὰ πόδια του, γιὰ νὰ
πλησιάσει τοὺς ἄλλους κρατουμένους νὰ τοὺς χαιρετήσει καὶ νὰ τοὺς
μιλήσει, ἐκεῖνοι πρόθυμα τρέχουν κοντά του μὲ θαυμασμό, γιὰ ν’ ἀκούσουν
τὰ σωστικὰ λόγια του, Τοῦ Θεοῦ τὰ λόγια. Καὶ τὰ λόγια του αὐτὰ τὰ ἱερά,
τοῦ Εὐαγγελίου τὰ λόγια πέτυχαν σὲ λίγες μέρες νὰ μεταλλάξουν τὴ φυλακὴ
σὲ μία μικρὴ ἐκκλησία. Οἱ φωνὲς κι οἱ βρισιὲς κι οἱ βλαστήμιες ποὺ
ἀκουόντουσαν ἐκεῖ μέσα ὡς τὴν ἥμερα ποὺ φυλακίστηκε ὁ ἅγιος,
ἀντικαταστάθηκαν τώρα μὲ τὴν ἱεραποστολική του προσπάθεια. Μὲ προσευχές,
ὑμνῳδίες κι ἱερὲς δοξολογίες.

Οἱ ἄγριες μορφὲς τῶν φυλακισμένων
ἔχουν ἡμερέψει πιά. Οἱ καρδιὲς ἄνοιξαν στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ
συντριβὴ ζήτησαν τὴ συγχώρηση. Τὰ μάτια κλαῖνε ἀπ’ τὴ χαρὰ καὶ τὴν
εἰρήνη ποὺ ἔχει φέρει στὶς ψυχὲς ἡ ἀληθινὴ μετάνοια. Μία οἰκογένεια
ἔχουν γίνει τώρα ὅλοι οἱ φυλακισμένοι. Μία ἀγαπημένη, μονιασμένη,
εὐλογημένη οἰκογένεια. Ἀρχηγός της ὁ ἐπίσκοπος. Μέλῃ της οἱ
φυλακισμένοι. Οἱ ἀναγεννημένοι κι ἐλεύθεροι αὐτοὶ κρατούμενοι.


προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ ταπείνωση καὶ πίστη καὶ ἐπιμονὴ κατορθώνει κι
ἐκεῖνα, ποὺ φαινομενικὰ παρουσιάζονται σὰν ἀκατόρθωτα. Αὐτὸ πέτυχαν κι
οἱ χριστιανοὶ τῆς Κερύνειας. Ἀφοῦ μὲ τὶς φωνὲς καὶ τὶς διαμαρτυρίες τους
ἔσωσαν τὸν ἱεράρχη τους, ὕστερα κατέφυγαν στὸ μέσο ποὺ τοὺς ἀπέμεινε:
Τὴν προσευχή.

Καὶ νά! Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ δὲν ἄργησε νὰ ἔρθει. Μία μέρα τρανή, μία μέρα ἅγια καὶ κοσμοϊστορική, ἡ εἰδωλολατρία κτυπήθηκε.
Ο
Μ. Κωνσταντῖνος, τῆς Ἁγίας Ἑλένης ὁ εὐλογημένος γιὸς κι ἰσαπόστολος,
νίκησε τὸν εἰδωλολάτρη Λικίνιο κι ἀνακήρυξε ὡς ἐπίσημη θρησκεία τῆς
ἀπέραντης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, τὴ χριστιανικὴ θρησκεία.

Τότε κι ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Θεόδοτος ἀποφυλακίστηκε. Πόσο συγκινητικὴ
ἦταν ἐκείνη ἡ στιγμὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι τῆς φυλακῆς κτύπησαν τὴν πόρτα γιὰ
νὰ ἀνοίξουν. Ὁ ἅγιος γονατιστὸς προσευχόταν καὶ μὲ λαχτάρα περίμενε τὸν
ἐρχομό τους. Περίμενε γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ μαρτυρίου. Τὴν εὐλογημένη
συνέχεια, ὅπως τὴν ὀνόμασε ὁ ἴδιος. Κι ὅταν οἱ δήμιοι μπῆκαν στὸ κελὶ
καὶ τοῦ εἶπαν: «Γέρο, εἶσαι ἐλεύθερος. Τέλειωσαν τὰ βάσανά σου…» καὶ
μὲ λίγα λόγια τοῦ ἐξήγησαν αὐτὸ ποὺ ἔγινε, ὁ ἀτρόμητος ἐργάτης τοῦ
Χριστοῦ σήκωσε τὰ χέρια καὶ μὲ φωνὴ τρεμάμενη ἀπὸ συγκίνηση φώναξε:

– Δοξασμένο τὸ Πανάγιο Ὄνομά σου, Ἰησοῦ μου! Δοξασμένο εἰς τοὺς αἰῶνας.
Καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια καὶ φωνὴ χαμηλή, ψιθυριστά, πρόσθεσε:
– Καὶ τὸ εὐλογημένο μαρτύριο… Ἡ ἀπόλαυση ποὺ ἔνοιωθα, σὰν ὑπέφερα γιὰ τὴν ἀγάπη σου…
Ὕστερα ἀπ’ τὴν ἀποφυλάκιση ὁ ζηλωτὴς ἐπίσκοπος γύρισε στὸ ποίμνιό του.
Οἱ χριστιανοί του τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ δάκρυα χαρᾶς καὶ δοξολογίες τοῦ
Μεγάλου Θεοῦ. Δυὸ χρόνια ἔζησε κοντά τους. Πατέρας τους στοργικός,
ἀκατάβλητος, φλογερός.

Οἱ κόποι ὅμως καὶ τὰ βάσανα τῆς φυλακῆς τὸν εἶχαν καταβάλει. Κάποιο
δειλινὸ τοῦ ἔτους 315 μ.Χ., ἡ ἅγια ψυχή του πέταξε στὸν οὐρανό. Ἄγγελοι
τὴν παρέλαβαν, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσουν μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Χριστοῦ. Οἱ
χριστιανοὶ μ’ εὐλάβεια κήδευσαν τὸ σῶμα του καὶ στὴ μνήμη τους
διατήρησαν πάντα ἄσβηστη τὴν παρουσία του.
Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία
Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ
Ἀθανασία ἦταν ἐνάρετοι σύζυγοι καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς
Συρίας. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος, ποὺ ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀργυραμοιβοῦ,
καὶ ἡ Ἁγία σύζυγός του ζοῦσαν πάντοτε κατὰ Θεόν. Ὁ πλοῦτος ποὺ τοὺς εἶχε
χαρίσει ὁ Κύριος δὲν εἶχε γεμίσει τὴν καρδιὰ τους ὑπερηφάνεια καὶ
οἴηση.

Ἀπέκτησαν ἀπὸ τὸν γάμο τους δυὸ παιδιά, τὰ ὁποία ὅμως πέθαναν. Τὸ
γεγονὸς αὐτὸ κατέθλιψε τοὺς Ἁγίους ποὺ ζήτησαν παρηγοριὰ στὸ προσκύνημά
τους στοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασαν στὴν Αἴγυπτο, ὅπου μὲ κοινὴ
ἀπόφαση εἰσῆλθαν σὲ μονὴ καὶ ἔγιναν μοναχοί. Ὁ μὲν Ὅσιος Ἀνδρόνικος στὴ
μονὴ τοῦ Ἀββᾶ Δανιήλ, ἡ δὲ Ὁσία Ἀθανασία στὴ γυναικεία μονὴ τῶν
Ταβεννησιωτῶν. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἔζησαν θεοφιλῶς, κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη τους καὶ στὶς 9 Ὀκτωβρίου. Ὁ Ἅγιος Τσὰντ ἐκ Σκωτίας

Ἅγιος Τσὰντ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Σέντ, Ἐπισκόπου Λονδίνου. Σπούδασε
στὴ μονὴ Λίντισφερν, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Ἀϊδανοῦ. Κλήθηκε ἀπὸ
τὸν ἀδελφό του νὰ τὸν βοηθήσει στὴν ἵδρυση τῆς μονῆς Λάστινγκχαμ, κοντὰ
στὰ ὄρη τῆς Γιορκσάιρ. Μετὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἁγίου Σὲντ ὡς Ἐπισκόπου
Λονδίνου ἀνέλαβε ὁ ἴδιος τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς.

Ὁ βασιλεὺς Ἄλσφριντ τὸν κάλεσε νὰ ἀναλάβει τὴν ἐπισκοπικὴ θέση τοῦ
βασιλείου του καὶ ἡ χειροτονία ἔγινε ἀπὸ ἕνα μόνο Ἐπίσκοπο. Ὁ
Ἀρχιεπίσκοπος Καντουαρίας Θεόδωρος δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἐκλογὴ καὶ διέταξε
νὰ ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ ὁ κανονικὸς Ἐπίσκοπος τῆς περιοχῆς. Ἐπειδὴ ὅμως
ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου
Τσάντ, τὸν ἐγκατέστησε ὡς Ἐπίσκοπο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Μερσία.


Ἅγιος Τσὰντ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 673 μ.Χ. κατὰ τὴν
διάρκεια μεγάλης ἐπιδημίας. Ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τοῦ
Λίτσφιλτ καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου του ἔγιναν πολλὰ θαύματα.
Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ἐκ Ρωσίας

Ὅσιος Ἀρσένιος γεννήθηκε στὴν πόλη Τβὲρ τῆς Ρωσίας καὶ ἔζησε κατὰ τὰ
τέλη τοῦ 14ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴν μονὴ τῆς
Λάυρας τοῦ Κιέβου καὶ τὴ μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ζελτίκοβο.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Ἀβράμιος ἐκ Ρωσίας

Ὅσιος Ἀβράμιος τοῦ Σπασκ ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 16ο
αἰῶνα μ.Χ. στὴ μονὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ Κοργιαζέμ. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ
εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Ἀρέθας ὁ Ἔγκλειστος

Ὅσιος Ἀρέθας ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 14ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰῶνα
μ.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Τβὲρ τῆς Ρωσίας καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ Λαύρα
τοῦ Κιέβου. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος, ἀλλὰ λίγο ἀργότερα ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ
ἀκολουθήσει τὴν ἡσυχαστικὴ ὁδὸ τοῦ ἐγκλείστου μοναχικοῦ βίου.

Ὁ Ὅσιος Ἀρέθας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1409 καὶ ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ ἔγινε τὸ 1483. Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος Ἐπίσκοπος Τβὲρ τῆς Ρωσίας

Ἅγιος Ἀρσένιος ἔζησε στὴν Ρωσία κατὰ τὰ τέλη τοῦ 14ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ
15ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀπὸ νωρὶς εἰσῆλθε στὴ μοναχικὴ πολιτεία τῆς Λαύρας τοῦ
Κιέβου καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τβέρ.

Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Οἱ Ὅσιοι Βαρσανούφιος, Σάββας, Σαββάτιος καὶ Εὐφρόσυνος ἐκ Ρωσίας
Οἱ
Ὅσιοι Βαρσανούφιος, Σάββας, Σαββάτιος καὶ Εὐφρόσυνος ἔζησαν στὴ Ρωσία
κατὰ τὸν 15ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψαν στὴν περιοχὴ Τβέρ.

Οἱ Ὅσιοι κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη. Ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ ὁ Ἰθακήσιος

Ὅσιος Ἰωακείμ, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Πατρίκιος, γεννήθηκε στὸν οἰκισμὸ
Καλύβια τῆς Ἰθάκης ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Ἄγγελο καὶ τὴν
Ἁγνή.

Ὁ Ἰωάννης σὲ μικρὴ ἡλικία ἔχασε τὴν μητέρα του. Ὁ πατέρας του
νυμφεύθηκε καὶ πάλι, ἀλλὰ ἡ μητριὰ τοῦ Ἰωάννου τὸν ταλαιπωροῦσε καὶ τὸν
βασάνιζε. Ὁ Ἅγιος, τὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια, ἀσκήθηκε στὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν
ταπείνωση, βρίσκοντας καταφύγιο στὴν προσευχή, στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου
Σπυρίδωνος καὶ στὴν μελέτη τῶν ἱερῶν βιβλίων.

Στὴν ἐφηβική του ἡλικία
ἐργάσθηκε ὡς ναυτικὸς στὸ καΐκι τοῦ πατέρα του, προκαλώντας τὸν σεβασμὸ
καὶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ πληρώματος γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὸ ἦθος του.

Σὲ
κάποιο ἀπὸ τὰ ταξίδια του βρῆκε καταφύγιο στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, στὴ
Μεγίστη μονὴ Βατοπεδίου κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἰωακείμ.

Μὲ
τὴν ἔναρξη τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς ἐπιλέγει
τὸν Ὅσιο καὶ τὸν ἀποστέλλει ἱεροκήρυκα στὴν Πελοπόννησο. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος
διδάσκει, καθοδηγεῖ, στηρίζει καὶ ἐνθαρρύνει τοὺς Ἕλληνες. Ἐπιπλέον, μὲ
τὸ καΐκι τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας παπά-Γιάννη Μακρή, μεταφέρει ἀπὸ τὴν
Πελοπόννησο στὰ Ἐπτάνησα γέροντες καὶ γυναικόπαιδα, σώζοντάς τους ἀπὸ
τὶς ἐπιδρομὲς τοῦ Ἰμπραήμ.

Περὶ τὸ 1827 ὁ Ὅσιος Ἰωακεὶμ φθάνει στὴν
ἀγγλοκρατούμενη πατρίδα του Ἰθάκη. Γιὰ 49 χρόνια διακονεῖ μέσα στὸν
κόσμο καὶ προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὴν πλάνη, τὴν αἵρεση.
Ἀναφέρονται περιπτώσεις ποὺ ὁ Ἅγιος προσευχόταν καὶ βρισκόταν ἐπάνω ἀπὸ
τὸ ἔδαφος, πλημμυρισμένος ἀπὸ οὐράνιο φῶς. Ὁ Θεὸς τοῦ χαρίζει τὸ
διορατικὸ χάρισμα καὶ ἔτσι γίνεται ὁ σύμβουλος, ὁ παιδαγωγὸς ἐν Χριστῷ
καὶ ὁ ἰατρὸς τῶν Ἰθακησίων.

Ἔτσι ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Ἰωακείμ, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1868. Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος Πατριάρχης Γεωργίας

Ἅγιος Ἀμβρόσιος (Τσελάια) γεννήθηκε τὸ ἔτος 1861 στὸ χωριὸ Μαρτβίλι τῆς
ἐπαρχίας Σαμαγκρέλο τῆς Γεωργίας. Σπούδασε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο
τῆς Τυφλίδος καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀκαδημία τοῦ Καζᾶν. Μόνασε στὴ μονὴ
τοῦ Σελίσκι καὶ τὸ 1906 ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Βαπτιστοῦ. Στὶς 14 Ὀκτωβρίου 1921 ἐξελέγη Καθολικὸς Πατριάρχης Γεωργίας
καὶ ποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς.

Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 27 Μαρτίου 1927.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς

Ἅγιος Νικόλαος γεννήθηκε στὴ νῆσο Νάξο τῶν Κυκλάδων τὸ ἔτος 1851 μ.Χ.,
ἀπὸ τὸν Ἰωάννη καὶ τὴν Αὐγουστίνα, τὸ γένος Μελισσουργοῦ. Οἱ εὐσεβεῖς
γονεῖς του τὸν ἀνέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου.

Ἀπὸ τὴν
παιδική του ἡλικία ἐξέφρασε τὴν ἔφεση καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὰ ὅσια καὶ
τὰ ἱερά. Ἦταν φιλακόλουθος καὶ διακονοῦσε πάντοτε στὸ ἱερὸ τὸν παππού
του ἱερέα Γεώργιο Μελισσουργό.

Προορισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γίνει λειτουργὸς τῶν ἁγίων μυστηρίων Αὐτοῦ
μετεῖχε ἀδιάλειπτα στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ νηστεία,
προσευχὴ καὶ ἀγρυπνία.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του ᾖλθε μὲ τὴν
μητέρα του καὶ τὴν ἀδελφή του στὴν Ἀθῆνα, ὅπου ἔγινε προστάτης αὐτῶν.
Νυμφεύθηκε, χήρευσε ὅμως νωρίς. Ἡ πρεσβυτέρα του ἀπεβίωσε μόλις
γεννήθηκε τὸ παιδί τους, ὁ Γιαννάκης, ποὺ τὸ μεγάλωσε μόνος.

Ὁ Κύριος
δὲν βράδυνε νὰ τὸν ἀναδείξει λειτουργὸ τῆς Ἐκκλησίας του καὶ τὸν
κατέστησε εὔθετο καὶ εὔχρηστο στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Χειροτονεῖται
διάκονος στὶς 28 Ἰουλίου 1879, στὸ ναὸ Μεταμορφώσεως τῆς Πλάκας καὶ μετὰ
ἀπὸ πέντε χρόνια, στὶς 2 Μαρτίου 1884, χειροτονεῖται

Πρεσβύτερος στὸ ταπεινὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, στὸ Μοναστηράκι.
Διακονεῖ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο ἐπὶ πενήντα χρόνια περίπου (1884-1932),
στοὺς ναοὺς καὶ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, κοντὰ στὸν Ἰλισσὸ ποταμὸ καὶ
τῆς ἀκόμη φτωχότερης καὶ ἀπόμερης τότε ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Προδρόμου τοῦ λεγόμενου «Κυνηγοῦ», στὴ σημερινὴ ὁδὸ Βουλιαγμένης.
Διακρίθηκε ὡς ὁ λειτουργικότερος ἱερεύς, ἄνθρωπος προσευχῆς, τοῦ ὁποίου ἡ
ζωὴ ὑπῆρξε καὶ ἀναδείχθηκε συνεχὴς διακονία τοῦ Θυσιαστηρίου.

Ἀπὸ «φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός» παρέμενε στὸ ναό. Ἦταν ἀφιλάργυρος
κατὰ τὸν τρόπο καὶ πλήρης ἔργων ἀγαθῶν καὶ ἐλεημοσύνης. Τοῦ ἀρκοῦσε γιὰ
τροφὴ λίγο ψωμὶ καὶ λίγα χόρτα, τὰ ὁποῖα συνέλεγε ὁ ἴδιος καί, κάποιες
φορές, λίγο γάλα ποὺ τοῦ πρόσφεραν βοσκοὶ στὴν ἐρημικὴ τότε περιοχὴ τῆς
ἐνορίας του. Ἀλησμόνητες παρέμειναν οἱ ἀγρυπνίες τὶς ὁποῖες τελοῦσε στὸ
ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου Ἀθηνῶν.

Ἀναφέρονται καὶ μαρτυρίες παιδιῶν, ὅτι τὸν ἔβλεπαν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς
Θείας Λειτουργίας μεταρσιωμένο νὰ στέκεται ὑπεράνω τῆς γῆς. Μαρτυρίες
δὲ περιφανῶν λογίων, ὅπως τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη καὶ Ἀλέξανδρου
Μωραϊτίδη, ποὺ ἔψαλλαν στὶς ἀγρυπνίες τὶς ὁποῖες τελοῦσε, ἐξαίρουν τὴν
σπάνια καὶ ἁγία ἱερατικὴ αὐτοῦ προσωπικότητα.

Ὁ παπά-Νικόλας, ὁ
λεγόμενος «ἁπλούς», ζοῦσε μέσα στὴν χαρὰ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τὴν
ὁποία τελοῦσε ἀνελλιπῶς κάθε ἡμέρα, ὅπως τὴν ὅριζαν οἱ λειτουργικοὶ
κανόνες καὶ τὴν παρέτεινε ἐπὶ πολλὲς ὧρες, γιὰ νὰ ἔχει τὴν πνευματική
της ἀπόλαυση. Πάντα ἀνταποκρινόταν στὸ γνήσιο Ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ
τελοῦσε πανηγυρικὰ τὸ Μυστήριο τῆς ἐλεύσεως καὶ παρουσίας τοῦ
Ἀναστημένου Κυρίου, ποὺ ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό Του ὅπως τότε στὸ Μυστικὸ
Δεῖπνο.

Ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ βρίσκεται στὴν καρδιὰ τῆς Εὐχαριστίας,
γινόταν ὀντολογικὴ  ἀναψυχὴ καὶ ἀγαλλίαση στὸν φλεγόμενο ἀπὸ θεία Ἀγάπη
Γέροντα. Ἡ μέθεξή του στὴν πασχάλια χαρὰ τὸν συνέπαιρνε. Δὲν ἦταν γι’
αὐτὸν ἕνα ἁπλὸ ἐφημεριακὸ καθῆκον. Πρόφαση ἦταν τὸ ἐπὶ ὧρες
παρατεινόμενο μνημόσυνο τῶν ζωντανῶν καὶ τῶν κοιμηθέντων, ἀπὸ τὸν ὄγκο
τῶν σημειωμάτων ποὺ κρατοῦσε πάντα σὲ ἕνα δισκάκι.

Στὴν πραγματικότητα δὲν ἤθελε νὰ διακόψει ποτὲ τὴν χαρὰ τῆς Τράπεζας τῆς
Εὐχαριστίας, τὴ θέα τοῦ Ἀναστημένου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.


ἀείμνηστος Γέροντας, ἀφοῦ ἔφθασε στὰ 82 τοῦ χρόνια καὶ ἔδωσε πρωτοφανῆ
στὸν αἰῶνα μας μαρτυρία οὐρανίων χαρισμάτων, ὁσιότητος, ταπεινώσεως,
ἁπλότητος, διακρίσεως, ἐλεημοσύνης, ἀσκήσεως καὶ κατὰ Θεὸν σοφίας, ἀφοῦ
στάθηκε ὁ μοναδικὸς προστάτης χιλιάδων ὀρφανῶν καὶ πτωχῶν καὶ ἔφθασε σὲ
ὕψος θείας τελειότητος, κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1932 μ.Χ.


μνήμη τοῦ Ἁγίου ἱερέως Νικολάου τοῦ Πλανά, ὕστερα ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς
Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τιμᾶται κατὰ τὴν πρώτη Κυριακὴ τοῦ
Μαρτίου, διὰ μεταθέσεως ἐκ τῆς κυριώνυμης ἡμέρας αὐτοῦ.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἐνθρόνου

ἱερὰ εἰκόνα ἀνακαλύφθηκε στὶς 2 Μαρτίου 1917 στὸ χωριὸ Κολομσκόιυ,
κοντὰ στὴν Μόσχα, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀναγκαστικῆς παραιτήσεως τοῦ Ἁγίου
Νικολάου, τσάρου τῆς Ρωσίας.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr
http://www.hristospanagia.gr/?p=6004#more-6004 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου